Σάββατο, 8 Αυγούστου 2015

Ταξίδι πίσω στο χρόνο..στους ανεμόμυλους του Αλαγνίου


Μικρή έβρισκα συναρπαστικό το παιγνίδι στα ερείπια του και χαιρόμουν κάθε φορά που με τα αδέλφια μου αγναντεύαμε όλα τα γύρω χωριά από το ύψωμα όπου δέσποζε. Σήμερα με θλίβει η εικόνα των ερειπίων του..θες γιατί κάνει το μυαλό μου να τρέχει πίσω στα παιδικά μου χρόνια που έφυγαν ανεπιστρεπτί , θες γιατί μου θυμίζει αγαπημένους ανθρώπους που δεν είναι πια στη ζωή.


Ο αξετροχάρης ανεμόμυλος του θείου του Χαράλαμπου στο χωριό, για τον οποίο ο λόγος,  δεν ξέφυγε από την τύχη δεκάδων τέτοιων κατασκευών σε κάθε γωνιά της Κρήτης. Άκμασε σε αλλοτινούς χρόνους, δύσκολους και φτωχικούς και τώρα πεθαίνει… ότι απέμεινε απ’ αυτόν και δεν έγινε διακοσμητικό στοιχείο σε βίλες και επιχειρήσεις τουριστικού ενδιαφέροντος.

Τον θυμάμαι να στέκει αγέρωχος, μάρτυρας του μόχθου των ανθρώπων μιας άλλης εποχής, σ' ένα μυλοτόπι,  που οι συγχωριανοί μου  αποκαλούν «Ανεμομύλους», έχοντας «συνταξιοδοτηθεί» μερικές δεκαετίες πριν όταν η ανάγκη για άλεσμα σιτηρών με τον παραδοσιακό τρόπο χάθηκε.


Στις παιδικές μου μνήμες διατηρούνταν σε σχετικά καλή κατάσταση η σκεπή του ενώ στο εσωτερικό του υπήρχαν προσεκτικά λαξευμένες πέτρες. Ο άξονας του μύλου, αυτό το στρογγυλό ογκώδες και μακρύ δοκάρι που ξεπρόβαλε από τον πυργόμυλο και αποτελούσε στήριγμα για τον ανεμοτροχό, είχε πέσει αλλά παρέμενε στιβαρό και λείο. Από τα μικρά παραθυράκια του, δεξιά και αριστερά, ξεδιπλώνονταν ο κόσμος όλος, ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε ως παιδιά.


Σήμερα ο μύλος δεν έχει σκεπή. Μερικά δοκάρια μόνο στέκονται με δυσκολία στα σημεία όπου οι τοίχοι δεν έχουν καταρρεύσει ενώ έχουν κάνει φτερά όλες οι λαξευμένες πέτρες, μυλόπετρες και όχι μόνο. Το δοκάρι του άξονα, λαβωμένο, σαπίζει από το νερό της βροχής δείχνοντας όμως να μην θέλει να το βάλει κάτω, μ’ ένα μικρό τμήμα του να παίρνει ακόμα ανάσες από την εσοχή απ’ όπου παλιά δάμαζε τον άνεμο.


Ως παιδί φυσικά μ’ ενδιέφερε το παιγνίδι στον ανεμόμυλο κι έτσι η μόνη πληροφορία που μου αρκούσε ήταν ότι επρόκειτο για το μύλο του αδελφού της γιαγιάς μου..τίποτα άλλο. Σήμερα αυτή πληροφορία δεν μου φτάνει.

 Έτσι θέλοντας να ζωντανέψω και να διασώσω μνήμες από τη ζωή των ανθρώπων του τόπου όπου γεννήθηκα απευθύνθηκα στον γηραιότερο, εν ζωή, κάτοικο του Αλαγνίου, τον Αριστείδη Σφακιανάκη. Έναν 95χρονο, την πνευματική  διαύγεια του οποίου θα ζήλευε ακόμα κι ένας έφηβος. Τον βρήκα στο καφενείο του χωριού και με πολύ χαρά "περπατήσαμε" νοερά μαζί στους «Ανεμομύλους», πριν αλλά και στη διάρκεια της Κατοχής.


Μου είπε πως στο σημείο εκείνο λειτουργούσαν δύο ανεμόμυλοι, ο ένας στη θέση Μαύρο Σπήλιο,  του Σταύρου και του Αριστοτέλη Σφακιανάκη και ο δεύτερος και παλιότερος 150 μέτρα πιο πάνω, του θείου μου ,του Χαράλαμπου Σφακιανάκη, με συνιδιοκτήτη το Μανόλη Ζαιμάκη.

Οι μύλοι αυτοί εξυπηρετούσαν όχι μόνο το Αλάγνι αλλά και τους κατοίκους όλων των γειτονικών χωριών, που με μουλάρια και γαϊδουράκια μετέφεραν εκεί τα σιτηρά τους.


Οι μυλωνάδες είχαν πολύ δουλειά και εξαντλητικά ωράρια μετατρέποντας τις περισσότερες φορές το μύλο σε τόπο διαμονής,  αφού έπρεπε να περιμένουν εκεί για ώρες ώστε  να φυσήξει δυνατός βόρειος άνεμος και στη συνέχεια, όταν αυτός φυσούσε, για να εξυπηρετήσουν όλο τον κόσμο που τους είχε εμπιστευτεί τους καρπούς του.

«Κάθε χρόνο τέτοια εποχή είχαν φούργια», μου λέει ο κ Αριστείδης, εξηγώντας πως ο Αύγουστος αλλά και ο Σεπτέμβρης και Οκτώβρης ήταν το διάστημα που οι δύο μύλοι δούλευαν νυχθημερόν.

Τα σιτηρά στοιβάζονταν σε τσουβάλια μέσα και έξω από το μύλο και ο μυλωνάς έπρεπε να έχει το νου του και να είναι, εκτός των άλλων, και φύλακας για να μην «χαθούν» τα σιτηρά που του είχαν εμπιστευθεί για να αλέσει.


Οι ανεμόμυλοι της εποχής εκείνης ήταν κάτι σαν τα καφενεία των μετέπειτα χρόνων. Σημεία κοινωνικής συναναστροφής και συνάντησης των ανθρώπων. Ο κ Αριστείδης θυμάται μάλιστα, συχνά πυκνά, να διανυκτερεύει σε αυτούς, την περίοδο από το 1935 μέχρι και το 1945. Εδικά όταν οι Γερμανοί κατακτητές πάτησαν το πόδι τους στο Αλάγνι, όσους έβρισκε το σκοτάδι στο μύλο αναγκαστικά διέμεναν εκεί.

Οι Γερμανοί, θυμάται ο 95χρονος, δεν ενοχλούσαν τους κατοίκους του χωριού στην καθημερινή τους δραστηριότητα, τους άφηναν να καλλιεργούν, να πηγαίνουν και να έρχονται στο μύλο αλλά δεν ήθελαν να κυκλοφορεί κανείς τους τις βραδινές ώρες.

Την εποχή εκείνη αλλά και προγενέστερα έβλεπες εκτάσεις μόνο με σπαρτά, εκεί όπου σήμερα στο χωριό υπάρχουν αμπέλια. Και οι  ελαιώνες όμως ήταν ελάχιστοι (στον Κρουσαμό, στον Πρασσά, στον Κάμπο). Οι Αλαγνιανοί κατάφερναν  να έχουν, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι Κρητικοί, τα πάντα μοχθώντας πάνω στη γη τους ,μια λεφτά δεν υπήρχαν για να αγοράσουν τα απαραίτητα.

Στα χωράφια έβρισκες σιτάρι, κριθάρι, φακές, ρεβίθια,ταγή. «Έπρεπε να σπείρεις για να φας αλλιώς πεινούσες» περιγράφει ο κ Αριστείδης αναγνωρίζοντας πως η κατάσταση τότε ήταν δράμα. Όταν τον ρώτησα όμως αν τότε ήταν καλύτερα στο παρελθόν με τις όποιες δυσκολίες σε σχέση με αυτό που ζούμε σήμερα χωρίς δεύτερη σκέψη απάντησε χαμογελώντας « Η σημερινή δεν κατέχω μπα να ναι  χειρότερη;»

Ελένη Βασιλάκη

Το ιερό δέντρο του Αστύρακα στον Αΐμονα που σταματούσε τα ρίγη

Ο Αστύρακας είναι ένα δέντρο, κάποιοι το κατατάσσουν στην κατηγορία του θάμνου, που σύμφωνα με όσα μας λέει ο μύθος κατάγεται από τη...